Η υποχρέωση υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομίας (δηλαδή της γνωστοποίησης στις αρχές ότι υπάρχει κληρονομία και ποια στοιχεία περιλαμβάνει), καθώς και ο χρόνος του προσδιορισμού του φόρου που αναλογεί στα στοιχεία αυτά και της καταβολής του, προκύπτει από το πραγματικό γεγονός ότι ο κληρονόμος αύξησε την περιουσία του με τα αντίστοιχα κληρονομιαία στοιχεία (εν προκειμένω ακίνητα) που περιήλθαν σε αυτόν με τον θάνατο του κληρονομούμενου.

Ενδέχεται όμως τα κληρονομιαία ακίνητα να βρίσκονται κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου σε κατάσταση απαλλοτρίωσης που δεν έχει ολοκληρωθεί (με την καταβολή της αντίστοιχης αποζημίωσης).

 Στην περίπτωση αυτή ο κληρονόμος αποκτά ακίνητο/α, που δεν μπορεί να «χρησιμοποιήσει» καίτοι το/α κατέχει γιατί οι συνέπειες της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως του ακινήτου έχουν καταστήσει ουσιαστικά αδύνατη την κατά προορισμό χρήση και εκμετάλλευσή του από αυτόν. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή τα εν λόγω ακίνητα στην ουσία δεν του ανήκουν, οπότε αυτό που έχει κληρονομήσει είναι απλά η προσδοκία ότι κάποτε θα αποζημιωθεί για την απαλλοτρίωση.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κληρονόμος στην περίπτωση αυτή είναι:

α) Πότε θα υποβάλει την δήλωση του φόρου κληρονομίας για τα ακίνητα αυτά?

β) Αν δεν την υποβάλλει εμπρόθεσμα θα έχει συνέπειες?

γ) Πότε θα υπολογιστεί ο φόρος για τα ακίνητα αυτά (αν τυχόν η Δ.Ο.Υ. τα ανακαλύψει)?

δ) Πότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει το φόρο για τα ακίνητα αυτά καθώς και τα τυχόν πρόστιμα ή προσαυξήσεις για την μη δήλωση τους?

ε) Τι θα κάνει για την πληρωμή του φόρου, των προσαυξήσεων και των προστίμων που του επιβλήθηκαν επί ακινήτων που στην ουσία δεν τα έχει, άρα δεν μπορεί να τα μεταβιβάσει, για τα οποία δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση (από τον υπόχρεο-συνήθως το Δημόσιο ή ΟΤΑ) και δεν έχει και την φοροδοτική ικανότητα να πληρώσει τον φόρο?

Παλαιότερες νομοθετικές διατάξεις, ακόμα από την αρχή του 20ου αιώνα   (άρθρο 4 του ν. 1641/1919, η υπ’ αριθμ. 61/1923 εγκύκλιος του Υπουργείου Οικονομικών» όπως διατηρήθηκαν σε ισχύ (πχ με το ν.δ. 118/1973 «περί Κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων»),  προνοούσαν για την αναβολή της φορολόγησης των ακινήτων αυτών, γιατί αυτό κρίνονταν επιβεβλημένο από ευνόητους λόγους δικαιοσύνης. Δηλαδή δεν υπήρχε, με εκείνο το νομοθετικό καθεστώς, υποχρέωση υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομίας για τις άνω περιπτώσεις, όπως και υποχρέωση καταβολής φόρου, στις συνήθεις προθεσμίες που ίσχυαν για τις περιπτώσεις κληρονομιαίων ακινήτων χωρίς το βάρος της απαλλοτρίωσης (και της ρυμοτομίας)

Έπειτα όμως ήρθε ο ν. 3842/2010 και με το άρθρο 25Α παρ. 1 εδ. α,  με σκοπό, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του «…οι φορολογούμενοι να μην έχουν σε εκκρεμότητα τις υποθέσεις αυτές και να μην επιβαρύνονται με φόρο σε χρόνο κατά τον οποίο πιθανόν να έχουν ήδη μεταβιβάσει τα ακίνητά τους…», και κατάργησε την άνω λογική αντιμετώπιση του θέματος.

Ανέκυψαν, έτσι, όχι λίγες περιπτώσεις που οι αρχές (Δ.Ο.Υ.) επέβαλλαν φόρους, υψηλές προσαυξήσεις και υπέρογκα πρόστιμα σε οφειλέτες –κληρονόμους για μη έγκαιρη υποβολή της δήλωσης φόρου κληρονομίας των άνω ακινήτων και μη καταβολής του φόρου που η ίδια η αρχή προσδιόριζε, αδιαφορώντας για την απαλλοτρίωση του κληρονομιαίου ακινήτου που δεν είχε ολοκληρωθεί.

Την παράλογη αυτή κατάσταση ήρθε και ρύθμισε πρόσφατα η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Έτσι έκρινε το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο ότι:

α) Ο παραπάνω νόμος είναι αντίθετος με το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5) στο μέρος του που κάνει υποχρεωτική την υποβολή δήλωσης και την επιβολή του φόρου κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, γιατί στις περιπτώσεις του απαλλοτριωμένου ακινήτου η απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου δεν αντανακλά αντίστοιχη επαύξηση της φοροδοτικής ικανότητας του κληρονόμου, διασφαλίζοντας, όπως θα έπρεπε, την φορολόγησή του κληρονόμου «ανάλογα με τις δυνάμεις του».

β) Έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 17 του Συντάγματος, καθώς η επιβολή φόρου κληρονομίας σε ένα τέτοιο ακίνητο, για το οποίο δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση της απαλλοτρίωσης, κατά το χρόνο που περιέρχεται στον κληρονόμο και άρα που η απαλλοτρίωση (ή ρυμοτομία) δεν έχει ολοκληρωθεί βοηθά την επί μακρόν αδρανείας της Διοικήσεως σε σχέση με την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, πεποίθηση ασύμβατη με την κατά το Σύνταγμα επιβαλλομένη καταβολή της σχετικής αποζημιώσεως, η οποία, κατά την έννοιά του, πρέπει να γίνεται σε εύλογο χρονικό διάστημα, καταλήγοντας άλλως σε υπέρμετρη επιβάρυνση της ιδιοκτησίας που προστατεύουν τόσο η ως άνω συνταγματική διάταξη, όσο και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Έτσι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 25Α παρ. 1 του ν. 3842/2010 και δή τόσο το εδάφιο α΄, που υπάγει υποχρεωτικώς σε φόρο κληρονομίας κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, κληρονομιαία ακίνητα που έχουν κηρυχθεί απαλλοτριωτέα, όσο και το απολύτως συναφές επόμενο εδάφιο (β΄), πού τάσσει προθεσμία προς υποχρεωτική υποβολή σχετικής φορολογικής δηλώσεως στις υποθέσεις στις οποίες, εκ του νόμου, είχε μετατεθεί ο χρόνος φορολογίας, είναι, ως αντίθετες προς τις προαναφερθείσες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και τις απορρέουσες από αυτές αρχές, μη εφαρμοστέες.

Τι σημαίνει στην πράξη το παραπάνω  ΓΕΓΟΝΟΣ ?

Σημαίνει ότι στην περίπτωση που π.χ. στην κληρονομία υπάρχει/ουν ακίνητο/α ή μέρη αυτών που έχουν απαλλοτριωθεί (ή ρυμοτομηθεί) αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα η διαδικασία (με την μη καταβολή της αποζημίωσης που ορίστηκε), ο κληρονόμος δεν έχει υποχρέωση να τα δηλώσει στην Δ.Ο.Υ. εντός του εξαμήνου από το θάνατο του κληρονομουμένου ή τη δημοσίευση της διαθήκης και αν του επιβληθεί φόρος για αυτά σε εκείνο το χρόνο και οι αντίστοιχες προσαυξήσεις και πρόστιμα αυτά είναι παράνομα.

 Το Γραφείο μας