ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:  Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος-εκκαλών Α. Χ. με την από 24-2-2008 αγωγή (αρ. κατ. δικογράφου ………) που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ιστορούσε ότι στα πλαίσια δυο συμβάσεων δανείου που κατάρτισε με τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα- εφεσίβλητο Κ. Ψ. παρέδωσε στον τελευταίο στις 20-4-2004 το ποσό των 30.000 ευρώ με την υποχρέωση να του το αποδώσει ατόκως τέλος Μαΐου 2004 και στις 10-4-2005 το ποσό των 10.000 ευρώ με την υποχρέωση να του το αποδώσει τον Οκτώβριο του 2005, όπως ο χρόνος παράδοσης και απόδοσης των χρημάτων της δεύτερης σύμβασης δανείου διορθώθηκε με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ότι ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος διότι καίτοι παρήλθαν οι συμφωνηθείσες ημερομηνίες δεν απέδωσε τα καταβληθέντα ποσά, τα οποία εξακολουθεί να οφείλει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος. Με βάση τα παραπάνω ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ νομιμοτόκως από 1-6-2004 και το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από 1-11-2005, άλλως το σύνολο του ανωτέρω ποσού των 40.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την 1-11-2005 έως την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι εκκαλούντες με τις αντίθετες εφέσεις τους, ζητώντας με αυτές για τους ειδικότερους στα δικόγραφά τους αναφερόμενους λόγους ο μεν εναγόμενος να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ο δε ενάγων να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ώστε να γίνει δεκτή εξολοκλήρου η αγωγή του….. Ο χρόνος γέννησης της ενοχής, αδιάφορα αν προέρχεται από δικαιοπραξία ή αδικοπραξία δεν είναι κατά κανόνα αναγκαίο στοιχείο για την εξατομίκευση αυτής, ούτε συνεπώς ανήκει στα θεμελιωτικά στοιχεία της αγωγής, εκτός αν έχουν παρεμβληθεί διαχρονικά διάφορα δίκαια και δημιουργείται ζήτημα ποιο απ’ όλα θα εφαρμοστεί (βλ. ΑΠ 1439/1990). Ως εκ τούτου προκειμένου περί αγωγής απόδοσης δανείου αρκεί να εκτίθεται η κατάρτιση της σχετικής σύμβασης και η παράδοση των χρημάτων, χωρίς να απαιτείται να μνημονεύεται η ημερομηνία καταβολής του χρηματικού ποσού (βλ. ΕφΔ 209/2003). Ενόψει των ανωτέρω η αγωγή παραδεκτά διορθώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος στο ακροατήριο ως προς το χρόνο παράδοσης του χρηματικού ποσού των 10.000 ευρώ και το συμφωνηθέντα χρόνο απόδοσης αυτού, εφόσον ο χρόνος παράδοσης και απόδοσης του δανείου δεν αποτελούν, κατά τα προεκτεθέντα, στοιχεία θεμελιωτικά της αγωγής ώστε να θεωρηθεί ότι με τη διόρθωση που επήλθε μετεβλήθη η βάση αυτής. Ο ισχυρισμός, επομένως, του εκκαλούντος-εναγομένου ότι η αγωγή απαραδέκτως διορθώθηκε ως προς τα παραπάνω στοιχεία της κρίνεται απορριπτέος στην ουσία του…..
Περαιτέρω κατά την αληθή έννοια της διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 20 ΕισΝ.ΚΠολΔ το επιτρεπτό της απόδειξης δια μαρτύρων κρίνεται κατά το ισχύον κατά το χρόνο της δημιουργίας της αποδεικτέας δικαιολογητικής σχέσης δίκαιο, το οποίο και μόνο μπορούν να έχουν υπόψη τους οι ενδιαφερόμενοι για τη ρύθμιση της απόδειξης της σχέσης αυτής (ΑΠ 364/2012).
Σύμφωνα εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 393§1 του ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 του ν.3994/2011, «συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 5.900 ευρώ», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 394§1 του ΚΠολΔ «η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση α) αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη, β) αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο, γ)…….δ)…..». Για την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης από έγγραφο απαιτείται αυτό να πιθανολογεί, δηλαδή να καθιστά πιθανό το αμφισβητούμενο γεγονός. Τούτο συμβαίνει όταν από το έγγραφο δεν αποδεικνύεται πλήρως το αμφισβητούμενο γεγονός αλλά αναφέρονται σε αυτό περιστατικά από τα οποία με πιθανότητα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξή του. Πότε το έγγραφο καθιστά πιθανό το αποδεικτέο γεγονός είναι ζήτημα πραγματικό. Αν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση του περιεχομένου κρίνει ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός δέχεται τη συνδρομή της αρχής έγγραφης απόδειξης και επιτρέπει βάσει αυτής τη μαρτυρική απόδειξη και αν ακόμη δεν προταθεί από το διάδικο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί αρχή έγγραφης απόδειξης, καθόσον η αναγκαιότητα της πρότασης αυτής δεν προκύπτει από την ως άνω ή άλλη διάταξη (ΑΠ 847/2009). Περαιτέρω ηθική αδυναμία για την απόκτηση εγγράφου υπάρχει αν κατά το χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση, λόγω σχέσεων φιλίας, συγγένειας, εταιρικής ή συναδελφικής συνεργασίας, υπηρεσιακής ή οικονομικής εξάρτησης κλπ, η απαίτηση λήψεως αποδεικτικού εγγράφου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα παρίστατο ως αδικαιολόγητη, σύμφωνα με τις κρατούσες συναλλακτικές αντιλήψεις.
Η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ηθικής αδυναμίας προς απόκτηση εγγράφου, όταν τα θεμελιούντα αυτή πραγματικά περιστατικά, που εκθέτει ο επικαλούμενος ηθική αδυναμία, αμφισβητούνται από τον αντίδικό του, σχηματίζεται εκ των ενόντων με ελεύθερη προς τούτο απόδειξη (ΑΠ 1383/2009). Η εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 393 και 394 έχει επιφυλαχθεί από τη διάταξη του άρθρου 270§2 εδ. β του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και στις υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία του άρθρου 270 του ΚΠολΔ στον πρώτο βαθμό μετά την 1-1-2002 αλλά και όταν οι ίδιες υποθέσεις εκδικάζονται σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο κατ’ άρθρο 524 του KΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν πρωτοδίκως, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων μετά τη συνταξιοδότησή του από την Ελληνική αεροπορία προσελήφθη από τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση με αντικείμενο τις χωματουργικές εργασίες, ως οδηγός φορτηγού και εργάσθηκε σ' αυτόν από τα τέλη του έτους 2003 έως τα μέσα του έτους 2005. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι στις 20-4-2004 παρέδωσε στον εναγόμενο στα πλαίσια σύμβασης δανείου που συνήφθη μεταξύ τους, το ποσό των 30.000 ευρώ, με την υποχρέωση του τελευταίου να του το αποδώσει στο τέλος Μαΐου του 2005 δεν αποδείχθηκε. Ο ενάγων προς απόδειξη του ισχυρισμού του δεν προσκομίζει κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει την κατάρτιση της σύμβασης του δανείου ενόψει της διάταξης του άρθρου 393§1 του ΚΠολΔ, που απαγορεύει την απόδειξη με μάρτυρες συμβάσεων η αξία του αντικειμένου των οποίων υπερβαίνει τα 5.900 ευρώ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον επικαλούμενο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, ούτε περαιτέρω προσκομίζει κάποιο έγγραφο από το οποίο να μπορεί να πιθανολογηθεί η κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης προκειμένου το Δικαστήριο, δεχόμενο αρχή εγγράφου απόδειξης παραδεκτά να συνεκτιμήσει και την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρα. Τέτοιο δε έγγραφο δεν μπορεί να αποτελέσει, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων-εκκαλών το προσκομιζόμενο σε φωτοτυπία φύλλο με την κίνηση του υπ' αριθμό …….… λογαριασμού του στην Ε. Τράπεζα, καθόσον οι αναγραφόμενες σε αυτό αναλήψεις χρημάτων στις 3-3-2004 ποσού 25.000 ευρώ και στις 5-4-2004 ποσού 19.800 ευρώ, αφορούν άλλους χρόνους κα άλλα ποσά, που δεν ταυτίζονται με το χρόνο καταβολής και το ύψος του επικαλούμενου δανείου, και δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι έγιναν προς δανεισμό του εναγομένου. Ο ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω προκειμένου να επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης ότι υπήρχε ηθική αδυναμία απόκτησης εγγράφου λόγω της σχέσης του με τον εναγόμενο και της υπόσχεσής του για σύσταση εταιρίας μεταξύ τους, ο ισχυρισμός του όμως αυτός κρίνεται απορριπτέος στην ουσία του. Ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της επικαλούμενης σύμβασης δανείου υπήρχε τέτοια φιλική ή άλλη ιδιάζουσα σχέση μεταξύ των διαδίκων που να στοιχειοθετεί ηθική αδυναμία απόκτησης εγγράφου κατά το άρθρο 394§1β του ΚΠολΔ, ενώ μόνο η σχέση εργαζόμενου-εργοδότη που τους συνέδεε για συνολικά δυο έτη (λιγότερο δε από ένα έτος έως την επικαλούμενη σύμβαση δανείου) και η επικαλούμενη αορίστως από τον ενάγοντα υπόσχεση του εναγομένου για μελλοντική σύσταση εταιρίας μεταξύ τους δεν καθιστά αδικαιολόγητη σύμφωνα με τις κρατούσες συναλλακτικές αντιλήψεις την απαίτηση λήψης αποδεικτικού εγγράφου. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε στην ουσία της ως αναπόδεικτη την αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δανείου ποσού 30.000 ευρώ, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο ενάγων-εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του κρίνονται απορριπτέα στην ουσία τους. Όσον αφορά τη δεύτερη σύμβαση δανείου, ποσού 10.000 ευρώ, ο ενάγων μετά τη διόρθωση της αγωγής του ως προς το χρόνο καταβολής και απόδοσης του ανωτέρω ποσού, ισχυρίστηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι η καταβολή του ποσού του δανείου έγινε με την προσκομιζόμενη σε φωτοτυπία υπ' αριθμό … μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας O. Bank, εκδόσεως του ιδίου σε διαταγή του εναγομένου, ποσού 10.000 ευρώ, την οποία ο τελευταίος οπισθογράφησε στην Τράπεζα Π.ΑΕ ως αξία λόγω ενεχύρου στις 28-4-2005. Η επιταγή όμως αυτή, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οπισθογραφήθηκε από τον εναγόμενο στις 28-4-2005 λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα Π., γεγονός που ο εναγόμενος αμφισβητεί, αρνούμενος τη γνησιότητα της φερομένης σε αυτή ως υπογραφής του, δεν αποδεικνύει την κατάρτιση σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων. Ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η επιταγή η οποία φέρει ημερομηνία έκδοσης την 10-10-2005 οπισθογραφήθηκε στον εναγόμενο στα πλαίσια σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων ούτε περαιτέρω και κυρίως ότι αυτή καλύφθηκε (πληρώθηκε) κατά τη λήξη της από τον ενάγοντα, γεγονός που ο τελευταίος ούτε επικαλείται ούτε αποδεικνύει με την προσκομιδή αντιγράφου της κίνησης του λογαριασμού του στην πληρώτρια τράπεζα. Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η εν λόγω επιταγή αποτελεί αρχή εγγράφου απόδειξης και ότι παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρα και πάλι δεν αποδεικνύεται η κατάρτιση σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων. Ο ανωτέρω μάρτυρας εξεταζόμενος Πρωτοδίκως κατέθεσε επί λέξει «Επίσης, τον Απρίλιο του 2005 ο αδελφός μου έδωσε στον Ψ. μία ακόμη επιταγή ποσού 10.000 ευρώ εκδόσεως του ιδίου, ο οποίος όταν τον ρώτησα γιατί του την έδωσε, μου είπε πως είχε οικονομικά προβλήματα … Ο αδελφός μου, μου είπε ότι η επιταγή πληρώθηκε». Από την ανωτέρω όμως κατάθεση δεν προκύπτει ούτε ότι η επιταγή δόθηκε στα πλαίσια σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων, ούτε ότι αυτή καλύφθηκε κατά τη λήξη της από τον ενάγοντα. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που δέχθηκε τη σύναψη σύμβασης δανείου και ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-11-2005 έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η έφεση του εναγομένου ως κατ' ουσίαν βάσιμη να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και αφού δικασθεί η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να καταδικαστεί δε ο ενάγων στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ)…..».

Σχόλια: Η ανωτέρω απόφαση αναφέρεται στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 393 KΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις 806-809 του ΑΚ, και συγκεκριμένα ασχολείται με το θέμα της απόδοσης δανείου όταν η σύμβαση αφορά ποσό δανείου πλέον, τότε, των 5.900 ευρώ (ήδη το ποσό αυτό έχει αυξηθεί σε 30.000 ευρώ ) δεν αποδεικνύεται με έγγραφο (αποδεικτικός τύπος).
Πολλές φορές μεταξύ των συμβαλλομένων (δανειστή και οφειλέτη) κατά τη σύναψη δανείων συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που καθιστούν δύσκολη ως και αδύνατη την σύνταξη σχετικής αποδείξεως για την παράδοση των χρημάτων (πχ μεταξύ συγγενών (θείος-ανεψιός), αδελφοί, συνάδελφοι, εραστές, φίλοι (συνήθως έως την παράδοση των χρημάτων του δανείου γιατί μετά συνήθως οι φιλίες καταστρέφονται) κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές ο νομοθέτης με την άνω διάταξη του KΠολΔ και κατά συνέπεια ο εφαρμοστής του νόμου Δικαστής δέχονται την απόδειξη της σύμβασης με μάρτυρες. Μία από τις περιπτώσεις που γίνεται δεκτή η εμμάρτυρη απόδειξη είναι και όταν υπάρχουν κάποια έγγραφα που μπορούν να ενδυναμώσουν την μαρτυρική κατάθεση όπως είναι αντίγραφα της κίνησης τραπεζικών λογαριασμών.
Στην περίπτωση αυτή το μέν έγγραφο δεν αποδεικνύει την σύναψη της σύμβασης όμως την καθιστά πολύ πιθανή και μπορεί να στηρίξει σε συνδυασμό και με την μαρτυρική κατάθεση την απαιτούμενη πλήρη απόδειξη για την σύναψη του δανείου.
Το ερώτημα όμως είναι τι γίνεται όταν υπάρχει μεν το άνω έγγραφο αλλά δεν υπάρχει μάρτυρας για να καταθέσει, γεγονός που είναι το σύνηθες. Το Δικαστήριο κατά την άποψη μας σε αυτή την περίπτωση πρέπει να στηριχθεί στο υπάρχον αποδεικτικό στοιχείο. Αλλιώς θα νομιμοποιούσαμε τους ψευδομάρτυρες.

Μαρία Ροκάνη
Δικηγόρος