Το θέμα όλο και συχνότερα απασχολεί τους καταναλωτές και μάλιστα τους πελάτες τραπεζών και λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι τράπεζες κατά την διενέργεια της σύναψης σύμβασης δανείου, ή της έκδοσης πιστωτικής κάρτας ή κατά την τακτοποίηση εκκρεμούσης προς αυτές οφειλής του πελάτη τους όχι λίγες φορές και δυστυχώς όλο και συχνότερα κατά τις τρέχουσες ημέρες ζητούν την «υπερεξασφάλιση τους» δηλαδή εκτός από την εγγραφή υποθήκης ή την  προσημείωση υποθήκης κλπ και την παροχή εγγύησης από τρίτο πρόσωπο (φερέγγυο) το οποίο θα εγγυηθεί με την δική του περιουσία ότι ο οφειλέτης τους θα εκπληρώσει την υποχρέωση τους προς αυτές.

Όταν αυτό συμβαίνει στην πράξη και ο τρίτος καλείται να δώσει την περίφημη εγγύηση, ο υπάλληλος της τράπεζας που την ζητά συνήθως του λέει «είναι θέμα συνηθισμένο, εντελώς τυπικό, μην σας απασχολεί, είναι γραφειοκρατικό, μας το επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδας και άλλα συναφή λόγια», ο εγγυητής υπογράφει το πακέτο των εγγράφων που του δείχνει ο τραπεζικός υπάλληλος, χωρίς να  έχει την δυνατότητα να το διαβάσει ή να διαπραγματευτεί τους όρους του γιατί όπως τον διαβεβαιώνει μηχανικά ο υπάλληλος πρόκειται για  θέματα μόνο γραφειοκρατικά και πάντα τυπικά και φεύγει ήσυχος.
Αργότερα όχι σπάνια λαμβάνει εξώδικο και μετά διαταγή πληρωμής που τον καλεί να πληρώσει το χρέος του οφειλέτη με τη δική του περιουσία γιατί η τράπεζα προτιμά να κυνηγά τον εγγυητή και να μην αρχίσει εκτέλεση κατά του οφειλέτη ώστε να ικανοποιηθεί από την περιουσία του.

Τότε ο εγγυητής καταλαβαίνει πως επλανήθη κατά την σύναψη της σύμβασης παροχής εγγύησης από την τράπεζα και ψάχνει τρόπο απεμπλοκής. Απευθύνεται συνήθως στα πλαίσια της «φιλικής εικόνας» που τον είχε κάνει η τράπεζα να πιστεύει για αυτήν κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, διαπιστώνει όμως ότι αυτό έχει πλέον αλλάξει ότι, οι ισχυρισμοί του αποκρούονται από το ψυχρό κι απρόσωπο πιστωτικό ίδρυμα ως «ανυπόστατοι» γιατί δήθεν είχε υπογράψει όλα τα έγγραφα και είχε δώσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Τότε είναι που ο εγγυητής απευθύνεται στο δικηγόρο με το φλέγον ερώτημα πως μπορεί να απεμπλακεί από την οδυνηρή για αυτόν κατάσταση.
Η απάντηση στο ερώτημα είναι σαφώς θετική στις περισσότερες των περιπτώσεων γιατί συνήθως ο εγγυητής έχει πέσει θύμα ουσιώδους πλάνης, όταν υπογράφει ένα έγγραφο νομίζοντας εσφαλμένα ότι έχει ορισμένο περιεχόμενο, ενώ στην πραγματικότητα αυτό είναι διαφορετικό. Περί αυτού σαφώς έχει αποφανθεί και η ακόλουθη απόφαση 1096/2006 του Ζ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που σε σχετική υπόθεση με αναιρεσείουσα την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και αναιρεσίβλητη μία πολίτη έκρινε ότι: «…..Στη περίπτωση που λόγος ανακοπής εναντίον διαταγής πληρωμής χρηματικού ποσού, το οποίο φέρεται στη διαταγή αυτή οφειλόμενο από δικαιοπραξία, πλήττει τη δικαιοπραξία αυτή ως προϊόν πλάνης εις βάρος του ανακόπτοντος, το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής ενέχει και αίτημα ενστάσεως περί κυρώσεως της δικαιοπραξίας ως προϊόντος πλάνης σύμφωνα με το λόγο (της ανακοπής), που αποτελεί τη βάση της ενστάσεως. Αφού, σε τέτοια περίπτωση, ζητείται πραγματικά και η ακύρωση της δικαιοπραξίας με την έννοια των άρθρων 140,141 και 154 εδ. β΄ του Α.Κ., κατά την οποία η ενάσκηση του διαδικαστικού δικαιώματος για πρόκληση της δικαστικής ακυρώσεως δικαιοπραξίας δεν προϋποθέτει λεκτική τυπικότητα, αλλά σαφή μόνον εκδήλωση αντίστοιχης βουλήσεως…» Ότι η εγγυήτρια (πολίτης στην περίπτωση που εξέτασε) όταν αναλάμβανε την υποχρέωση να χορηγήσει εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της Τράπεζας δεν εγγυούνταν ατομικά ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενη από όλες τις συναφείς ενστάσεις και δικαιώματα των αρθρ. 853 επ. του ΑΚ.., ότι θα εξοφλήσει η ίδια την οφειλή του οφειλέτη ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτόν.. «Έτσι, η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε το ακριβές περιεχόμενο του συμφωνητικού και όταν υπέγραφε νόμιζε εσφαλμένα ότι είναι διαφορετικό από εκείνο που πράγματι ήταν.». Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της Τράπεζας και την καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου που την όρισε σε 1.170 ευρώ.
Μαρία Ροκάνη
Δικηγόρος