Ένα από τα θέματα που αποκτά όλο και εξαιρετικότερη σημασία τα τελευταία χρόνια, πριν ακόμη αρχίσει και τυπικά η ελληνική οικονομική κρίση, είναι αυτό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης της αξίωσης ηθικής βλάβης, αξίωσης ολοένα και πιο συχνής, λόγω και της κατάπτωσης των οικονομικών, επιχειρηματικών και προσωπικών ηθών και αναστολών των ατόμων.

Πόση αξία έχει η ανθρώπινη ζωή, η αξιοπρέπεια,  η τιμή και η υπόληψη αλλά και το όνομα, η φήμη, η πορεία εν γένει ενός προσώπου φυσικού ή νομικού, μιας επιχείρησης, μιας εταιρείας κλπ.

 Το αν αποζημιώνεται κάποιος που έχει υποστεί ηθική βλάβη δηλαδή που έχει προσβληθεί η προσωπικότητα του, η αξία του ως ανθρώπου ή ως νομικού προσώπου, η υπόληψη του, η τιμή του, η εκτίμηση που χαίρει στον περίγυρο του, κοινωνικό, οικονομικό κλπ, η φήμη του, η πελατεία του , η φίρμα του δεν αποτελεί ερώτημα. Σαφώς και αποζημιώνεται. Το ερώτημα που πάντα τίθεται και προβληματίζει είναι το εξής: «πιο είναι εκείνο το ποσό που θα αποζημιώσει ικανά την ηθική βλάβη που υπέστη κάποιο πρόσωπο φυσικό ή νομικό, πια είναι η κατάλληλη χρηματική ικανοποίηση – αποζημίωση ώστε πράγματι να ικανοποιηθεί ο παθών, ποιος την καθορίζει και αν αυτή η κρίση είναι ανεξέλεγκτη».

Μέχρι πριν μερικά χρόνια γινόταν αδιαμφισβήτητα δεκτό ότι το ποσό στο οποίο αποτιμάται η χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί ο παθών, ( το ποσό που θα του επιδικαστεί ως αποζημίωση για το λόγο αυτό) καθορίζεται αποκλειστικά από τον δικαστή της ουσίας (Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) π.χ. μετά από αγωγή ή έφεση και η απόφαση του δικαστή αυτού ως προς ποσό της αποζημίωσης δεν ελέγχεται από κανένα άλλο όργανο ούτε και από τον Άρειο Πάγο.

Έτσι παρατηρούνταν συχνότατα το φαινόμενο των τραγικά μικρών χρηματικών ποσών που επιδίκαζαν τα δικαστήρια της ουσίας για τέτοια θέματα, ή αιφνιδίως μεγάλων ποσών για κάποιες περιπτώσεις.

Την κατάσταση αυτή επιχειρεί επιλύσει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Χώρας και την έχει επιλύσει τουλάχιστον για τις υποθέσεις που έφτασαν παραδεκτώς και βασίμως ενώπιον του.

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή που αντιμετώπισε η υπ’ αρίθμ. 1/2015 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Δύο εταιρείες που επιχειρούσαν στον χώρο της εμπορίας βάμβακος και των συναφών προϊόντων στράφηκαν κατά μεγάλου Τραπεζικού Οργανισμού-Τράπεζας ζητώντας αποζημίωση για διάφορες ζημίες τους καθώς και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 25.000.000 η πρώτη και 20.000.000 η δεύτερη, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που τους προξένησε η δανείστρια τράπεζα από την υπαίτια, παράνομη και αδικαιολόγητα, αντισυναλλακτική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της - συγκεκριμένα από την απροειδοποίητη και αδικαιολόγητη μη χορήγηση εγγυητικών επιστολών προς τις εταιρείες αυτές - με τις οποίες από μακρού χρόνου συνεργαζόταν και ενώ παλαιότερα το έκανε πάγια. Η τράπεζα μάλιστα,  δεν χορήγησε εγγυητικές επιστολές την συγκεκριμένη στιγμή,  χωρίς να συντρέχει καμία ανάγκη για τη μη χορήγηση τους,  και χωρίς καμία προειδοποίηση προς τις εν λόγω εταιρείες ώστε αυτές να λάβουν τα μέτρα τους.

  • Η ζημία που προξενήθηκε στις ενάγουσες εταιρείες από την μη χορήγηση από την συνεργάτιδα τράπεζα των εγγυητικών επιστολών (που ως τότε πάγια λάμβαναν) ήταν τόσο μεγάλη (καθώς εν αγνοία της αιφνίδιας μη χορήγησης είχαν προχωρήσει εντωμεταξύ σε συνάψεις συμβάσεων και προπωλήσεις με τρίτους πελάτες, τους οποίους αναγκάστηκαν εκ των υστέρων να αποζημιώσουν) που τελικά οι δύο αυτές εύρωστες επιχειρήσεις εκτοπίστηκαν από την αγορά, απεκόπη η ανοδικά εξελισσόμενη πορεία τους, προσεβλήθη η φήμη και η εμπορική τους πίστη, με συνέπεια να υποστούν την άνω ηθική βλάβη.
  • Το Πρωτοδικείο στο οποίο προσέφυγαν για την αποζημίωση τους από την τράπεζα αποδέχθηκε ότι, πράγματι υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας όμως όρισε ότι το κατάλληλο ποσό είναι αυτό του 1.000.000 ευρώ για την πρώτη και 750.000 για την δεύτερη!!!!
  • Τα ποσά αυτά επιβεβαίωσε και το Εφετείο που επανέκρινε την υπόθεση μετά από έφεση που άσκησε η τράπεζα και απέρριψε την έφεση της. ---Να σημειωθεί ότι δεν μας αφορά σε αυτόν τον σχολιασμό (άρθρο) ο λόγος για τον οποίο οι δύο εταιρείες αρκέστηκαν στα άνω ποσά και θεώρησαν ότι τις ικανοποιούν. ----
  • Η Τράπεζα όμως άσκησε αναίρεση στον Άρειο Πάγο, γιατί θεώρησε ότι ήταν υπερβολικά τα επιδικασθέντα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης των άνω δύο εταιρειών.
  • Η δίκη στον Άρειο Πάγο αφού πέρασε από το αρμόδιο τμήμα του Δικαστηρίου αυτού οδηγήθηκε στο τμήμα της Τακτικής Ολομέλειας του (λόγω της σημαντικότητας της υπόθεσης) και ακολούθως με την υπ’ αρίθμ. 1/2015 οδηγήθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκειμένου αυτή να λάβει την τελική απόφαση λόγω του ότι υπήρξε ισχυρή μειοψηφία για την έκδοση απόφασης από την Τακτική Σύνθεση. Ακόμη και σήμερα η δίκη δεν έχει ολοκληρωθεί με την έκδοση απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η οποία όμως θα εκδοθεί τους επόμενους μήνες.

Τι απασχόλησε όμως το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο και ποίο ήταν το βασικό ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο στην Τακτική του Ολομέλεια. Αυτό ήταν το αν κρίνεται το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης από τον ¨Άρειο Πάγο, ή δεν υπάρχει κανένας τρόπος  ελέγχου του.

Το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: ‘…. από τον συνδυασμό και από την όλη δομή του ισχύοντος Συντάγματος συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ότι η έννομη συνέπεια, η οποία προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη και απαγγέλλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, να μην υπερβαίνει τα ακραία, ανεκτά όρια, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο…..».

Η αναλογικότητα, ως γενική αρχή του δικαίου, αναγνωριζομένη παγίως από τη νομολογία των δικαστηρίων ως απορρέουσα από υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (Σύνταγμα , ΕΣΔΑ) διέπει την όλη δημοσία δράση και δεσμεύει το νομοθέτη, το δικαστή και τη διοίκηση.

Όλα τα μέσα ασκήσεως της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήρια της, να είναι δηλαδή,

 α) κατάλληλα, δηλαδή πρόσφορα για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού,

 β) αναγκαία, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος

 γ) σε στενή έννοια αναλογικά, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης εξ αυτών βλάβης

Τα ανωτέρω με απλά λόγια σημαίνουν ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που παθαίνει κατά περίπτωση αυτός που ζημιώνεται πρέπει σύμφωνα με το νόμο να αντιστοιχεί, να είναι ανάλογο για να του ανακουφίσει τον «πόνο», την «προσβολή» την μη υλική ζημιά, την ηθική του βλάβη.

Συνεπώς μετά και την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου  1/2015 αλλά και την αναμενόμενη να εκδοθεί από την Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού θα μπορούμε να βλέπουμε δικαστικές αποφάσεις που θα αποζημιώνουν ορθά την ηθική βλάβη, με ποσά ανάλογα της σχετικής ζημίας και όχι πολύ μικρά, δηλαδή απαξιωτικά, τα οποία έτσι θα μπορούσε να πει κάποιος ότι συμβάλλουν στην μη εξομάλυνση των ηθών είτε αυτά ανάγονται στην σφαίρα της στενής προσωπικότητας του φυσικού προσώπου είτε στην επιχειρηματική , επαγγελματική και εμπορική σφαίρα των δραστηριοτήτων φυσικών και νομικών προσώπων.

 

Μαρία Ροκάνη

  Δικηγόρος