Πρόσφατα στα πλαίσια συγκέντρωσης νομικών για εξειδικευμένα τεχνικά θέματα του χώρου, ετέθη από παριστάμενο δικηγόρο κάποιας ηλικίας, το αγωνιώδες ερώτημα «Τι μπορούμε σαν νομικοί, σαν δικηγόροι κλπ να κάνουμε ζώντας και λειτουργώντας στην Ελλάδα του 2016, υπό τις ασφυκτικές οικονομικές –τις φοροληστρικές συνθήκες που όλοι αναγκαστικά βιώνουμε για να αντισταθούμε στον προχειρολόγο νομοθέτη  και να υπερασπιστούμε τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα των ατόμων,  και κατ’ επέκταση των πελατών μας. Και τι μπορεί να κάνει πια η δικαιοσύνη γι αυτό ; ».

Ο εν λόγω ομιλητής, σοβαρός και ρεαλιστής  ,  «έθεσε το δάκτυλο - επί των τύπων των ήλων - » και εξέφρασε όλους τους παρισταμένους στη συζήτηση.

Πραγματικά, σήμερα, στην Ελλάδα του 2016, το ερώτημα που απασχολεί τα σκεπτόμενα άτομα, κάθε επιπέδου που συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε λυσσαλέα και άνισα από την άποψη των ισχυρότερων αντιπάλων, στο πεδίο της χώρας μας και δεν έχουμε διαλέξει το δρόμο της φυγής για το εξωτερικό, είναι αυτό: «Τι μπορώ να προσφέρω στον σύγχρονο σκληρά δοκιμαζόμενο πολίτη που διαβιώνει στην Ελλάδα, πως θα τον σώσω από τον στραγγαλισμό που τον καταδίκασαν οι εσωτερικές και εξωτερικές εξουσίες ,  των δήθεν σωτήρων του ,  και πως θα του προσφέρω την ανάσα που παράλογα του στερούν ; ». 

Η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία (βουλευτές, κυβέρνηση, υπουργοί κλπ), όπως παράδοξα συμπλεκόμενες λειτουργούν στην Ελλάδα από παλιά, αυτό που κάνουν από την αρχή της οικονομικής κρίσης το 2009 και με επιδεικτική έξαρση σήμερα είναι, σε κατάσταση πανικού , να φορολογούν τα πάντα , να περιορίζουν τα ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ δικαιώματα μέχρις εξαλείψεως ν, υπό το ΔΗΘΕΝ ΑΛΛΟΘΙ των συνθηκών της ανάγκης που βρισκόμαστε. Ποιος θα μας σώσει από τους σωτήρες ;

Ο πλέον ισχυρός αντίπαλος τους είναι η Ελληνική Δικαιοσύνη, και μάλιστα αυτοί οι σοβαροί επιστήμονες δικαστές που σηκώνουν το ανάστημα τους και επιμένουν στην εφαρμογή του ΝΟΜΟΥ διατηρώντας την συνοχή της κοινωνίας και σώζοντας την αξιοπρέπεια όλων μας.

Εντός του πλαισίου αυτού βρίσκεται και το ακόλουθο ερώτημα που πρόσφατα απασχόλησε τα δικαστήρια της χώρας από τον Νότο έως τον Βορρά. Και αυτό είναι το ακόλουθο:

Είναι ΣΥΜΒΑΤΗ ,  δηλαδή σύμφωνη , με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η απαίτηση του νόμου (διάταξη του Νόμου 4223/2013, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα), που απαιτεί την προσκόμιση πιστοποιητικού περί της καταβολής ΕΝ.Φ.Ι.Α για το παραδεκτό κάθε εμπράγματης δικαστικής ενέργειας και μάλιστα για την συζήτηση της εμπράγματης αγωγής ;

Με απλά λόγια, αν δεν υποβάλει ο πολίτης δήλωση ΕΝΦΙΑ για ακίνητο του και αν δεν πληρώσει τον φόρο αυτόν, μπορεί να προσφύγει στα δικαστήρια και να υπερασπιστεί το ακίνητο του που π.χ. το καταπατά τρίτος ; Ή το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία της υπόθεσης όπως του υποβάλει η άνω νομοθετική διάταξη και θα απορρίψει την αγωγή αφήνοντας τον ανυπεράσπιστο έναντι του καταπατητή γιατί η διάταξη απαιτεί να έχει προσκομίσει το άνω πιστοποιητικό στο φάκελο ,  ενώ αυτός δεν το έχει προσκομίσει ;  Εν ολίγοις , εξαρτάται η απονομή της δικαιοσύνης από το αν έχει εκπληρώσει τις φορολογικές του υποχρεώσεις ο πολίτης /διάδικος ή το ένα θέμα είναι άσχετο με το άλλο,  και κυνικά το κράτος βρήκε μία ακόμη πηγή,  για να μαζέψει φόρους , χρησιμοποιώντας αυτή την φορά την δικαιοσύνη ; 

ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 2013 ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Σύμφωνα με το νόμο 4223/2013, προϋπόθεση για το παραδεκτό οποιασδήποτε εμπράγματης  διαδικασίας είναι  η καταβολή ΕΝ.ΦΙ.Α. Κατά το άρθρο 9, παρ.2, του νόμου 4223/2013,  είναι απαράδεκτη η συζήτηση εμπράγματης αγωγής ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ενώπιον δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής , από υπόχρεο στον ΕΝΦΙΑ ακινήτου, αν δεν προσκομισθεί μέχρι την συζήτησή της, το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ  που εκδίδεται από τη Φορολογική Διοίκηση και πιστοποιεί ότι το ακίνητο (για το οποίο γίνεται η δίκη) περιλαμβάνεται στη σχετική δήλωση ΕΝΦΙΑ που έχει υποβάλλει ο φορολογούμενος ,  και ότι αυτός έχει καταβάλει, ή νόμιμα  έχει απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α , για το συγκεκριμένο ακίνητο ή έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη από τον χρόνο της κάθε πράξης στην οποία επιθυμεί και προτίθεται να προβεί.

Συνεπώς ,  κατά την ισχύουσα σήμερα νομοθεσία η προσκόμιση του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. του άρθρου 54Α του ν.4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α΄) είναι απαραίτητη από το δικηγόρο στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής διαφορετικά η δικαστική ενέργεια (αγωγή, αίτηση κλπ) απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΣ

Με την άνω απαίτηση , και με το γράμμα του νόμου συμμορφώθηκαν τα δικαστήρια και απέρριπταν ως απαράδεκτα ,  δικόγραφα για τα οποία δεν είχε προσκομισθεί το άνω πιστοποιητικό.

Υπάρχουν όμως και δικαστήρια ,  που δεν ακολούθησαν το γράμμα του νόμου αλλά ως όφειλαν αναζήτησαν το πνεύμα και  την ουσία του. Έτσι εκδόθηκαν οι ακόλουθες αποφάσεις που έκριναν ως αντίθετη στις ισχυρότερες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ τις άνω νομοθετικές ρυθμίσεις, Εκδόθηκαν:

α) Η υπ’ αρίθμ. 15203/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , κατά την οποία η ανωτέρω διάταξη είναι φανερά  φορολογικής  φύσης , παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της  Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών  ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της  ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας) και ως τέτοια δεν την εφάρμοσε.

Το Δικαστήριο δέχτηκε, ότι οι  λεπτομέρειες που είναι επιτρεπτό να καθορίζει κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επιτρέπεται να  καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών,  όπως αυτό της απονομής δικαιοσύνης και της προστασίας της ατομικής ιδιοκτησίας.  Δέχτηκε ακόμη , ότι τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη  εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεως τους κατ` εκτίμηση  των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. Όταν όμως η επιβολή  φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, η σχετική ρύθμιση απαιτείται να τηρεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των  επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η απαίτηση προσκόμισης του σχετικού πιστοποιητικού , αποτελεί απλό ταμειακό συμφέρον και υπό το φως των σημερινών δυσχερών οικονομικών  συνθηκών, που βιώνουν οι πολίτες , που φέρουν το βάρος αυτών, ουσιαστικά τους στερεί την δυνατότητα προσφυγής στο δικαστήριο.

Η ρύθμιση , συντελεί σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος. Το κράτος , είναι  σε  πλεονεκτική θέση έναντι των πολιτών του, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του  δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον (συλλογή φόρων), συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε  εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία αντί να εγγυάται , όπως του επιβάλλεται από τους κυρίαρχους Καταστατικούς Χάρτες  (ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΕΣΔΑ) , την χρησιμοποιεί ως μέσο πίεσης , για την τακτοποίηση των  φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών-διαδίκων.

β) Της άνω αποφάσεως χρονολογικά , είχε προηγηθεί η υπ’ αρίθμ. 210/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που έκρινε ως αντισυνταγματική και μη εφαρμοστέα η ανωτέρω  διάταξη και εξέδωσε την απόφαση του κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, δικαιώνοντας τον ενάγοντα χωρίς να απαιτήσει να προσκομίσει ο τελευταίος το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ που απαιτούσε ο άνω (αντισυνταγματικός) νόμος.

γ) Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προσέβαλε την απόφαση αυτή με έφεση και η υπόθεση πήγε στο Μονομελές Εφετείο Κρήτης . Το τελευταίο με την υπ’ αρίθμ. 19/2016 απόφαση του έκρινε και αυτό με την σειρά του ως αντισυνταγματική και αντίθετη στις διατάξεις της ΕΣΔΑ - συνεπώς και μη εφαρμόσιμη την προαναφερομένη  διάταξη.

Το Δικαστήριο όμως έκρινε και ότι η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας, παράλληλα προς υφιστάμενους άλλους φόρους, δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και δεν πρέπει να εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στη Δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες φορολογικές του υποχρεώσεις. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης να βρίσκεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρεσία του οποιουδήποτε καταπατητή. Για το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα διάταξη, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας.

Ως προς την διάταξη αυτή της ανωτέρω αποφάσεως , δεν έχει μέχρι σήμερα ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως, δεν έχει πάει η υπόθεση στον Άρειο Πάγο. Το θέμα θα παρακολουθείται και θα γίνει σχετική ανάρτηση αν και όταν πάει.

Σε κάθε περίπτωση θα είναι ενδιαφέρουσα η αντιμετώπιση του από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας. Θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε έτσι ΑΝ ΘΑ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕΙ Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ Ή Η ΣΚΟΜΙΜΟΤΗΤΑ στην αντιμετώπιση του θέματος υπό τις επικρατούσες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ της ΚΡΙΣΗΣ.

 

Με εκτίμηση

Μαρία Ροκάνη

Δικηγόρος