Μεγάλο Δικαστήριο της χώρας απασχόλησε πρόσφατα η παρακάτω υπόθεση: «Επιχειρηματίες , περί το τέλος του 2006 χρειάστηκε να δανειστούν για να αποπληρώσουν προηγούμενα δάνεια και για να ολοκληρώσουν οικοδομή που είχαν ήδη ξεκινήσει. Απευθύνθηκαν σε υποκατάστημα της Τράπεζας που συνεργάζονταν και αιτήθηκαν το δάνειο. Οι υπάλληλοι της Τράπεζας, ευκαιρίας δοθείσης, τους παρουσίασαν με τρόπο γλαφυρό και εξαιρετικά ελκυστικό, όπως έκαναν και με άλλους πελάτες και υποψηφίους δανειολήπτες, το τραπεζικό προϊόν που εκείνη την εποχή (2006-2007) πολυδιαφημιζόταν και πωλούσε «σαν τρελό». Δάνειο σε ελβετικό φράγκο!!! Τους παρουσίασαν δηλαδή την ευκαιρία να δανειστούν το επιθυμητό ποσό σε ελβετικό φράγκο, το οποίο τότε ήταν πιο φθηνό από το ευρώ και έτσι η δόση που θα πλήρωναν θα ήταν πιο χαμηλή συγκρινόμενη με την δόση που θα πλήρωναν σε περίπτωση που δανείζονταν σε ευρώ. Τους παρουσίαζαν αυτή την  ισοτιμία ως παγιωμένη, που θα συνεχίζονταν έτσι και στο μέλλον.

 Οι δανειολήπτες δάνειο ήθελαν ,  χαμηλή δόση ήθελαν ,  για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να ξεφύγουν από τη θηλιά των προηγουμένων δανείων , εμπιστεύτηκαν την Τράπεζα , εμπιστεύτηκαν τους υπαλλήλους της , ακολούθησαν το ρεύμα της εποχής και συμφώνησαν. Δέχτηκαν την πρόταση και υπέγραψαν όλα τα χαρτιά που τους έδωσαν , όλα , με προδιατυπωμένους ,  κατά το πλείστον , όρους, από αυτούς που δεν τους διαβάζει κανείς και δεν τους γνωρίζει παρά μόνο πολύ αργά , όταν έρθει «η κακιά ώρα» της εφαρμογής τους.

Εφησυχασμένοι εκταμίευσαν το ποσό του δανείου αφού πρώτα αυτό μετατράπηκε από ελβετικό φράγκο σε ευρώ (επίσημο νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας) με την αξία που είχε το φράγκο κατά την ημέρα της εκταμίευσης (φανερά πολύ κάτω από το ευρώ) και προχώρησαν στις εργασίες τους. Η μηνιαία δόση που πλήρωναν τότε και συνέχισαν να πληρώνουν έως τις αρχές του έτους 2010 είχε διαμορφωθεί περίπου στα 1.050 ευρώ. Και τότε άρχισε γι’ αυτούς , όπως για όλους τους δανειολήπτες του ελβετικού φράγκου, η αντίστροφη μέτρηση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπαίνει φανερά σε τροχιά οικονομικής κρίσης και το Ελβετικό φράγκο αρχίζει να θεριεύει. Η ενδυνάμωση του, σε σχέση με το ευρώ έφερε τεράστια αναστάτωση και στους δανειολήπτες της υπόθεσης. Ανατρέπει τις οικονομικές ισορροπίες λειτουργίας του δανείου, καθώς η μηνιαία δόση εκτοξεύτηκε στα 1.223 ευρώ  με τάση για συνεχόμενη ανεξέλεγκτη αύξηση. Απευθύνθηκαν στην Τράπεζα εν μέσω άγνοιας και πανικού. Τότε διαπίστωσαν, ότι η Τράπεζα, η οποία πρέπει να συνδέεται ως δανειοδότης με σχέση εμπιστοσύνης με τον εκάστοτε δανειολήπτη, δεν τους είχε ενημερώσει κατά τον χρόνο σύναψης και εκταμίευσης του δανείου (τέλος 2006 -αρχές 2007) για τους πιθανούς κινδύνους από την διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας υπέρ του φράγκου , αντίθετα είχε περιοριστεί να τους παρουσιάζει τα οφέλη από την αποδυνάμωση του τελευταίου, ενώ το αντίθετο βρισκόταν στα ψιλά γράμματα της σύμβασης , που τα είχε προσπεραστεί βιαστικά κατά την σύναψη της , όπως κάθετι αρνητικό υπάρχει σε μία τέτοια συνεργασία -δανειοδότησης.

Συνέπεια αυτού ήταν οι δανειολήπτες να μην γνωρίζουν από την αρχή της σύμβασης , πως δεν θα ήταν σε θέση να εξυπηρετήσουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους ,  στην περίπτωση της ενδυνάμωσης του φράγκου  έναντι του ευρώ, όπως και έγινε αργότερα.

Συναισθηματικά πληγωμένοι και πιστεύοντας ακόμη και τότε ότι η Τράπεζα είχε την καλή πρόθεση, όπως  στην αρχή της συνεργασίας τους διαβεβαίωνε, να τους βοηθήσει, απευθύνθηκαν με εξώδικο προς αυτήν, πιστεύοντας σε δήθεν εξώδικους συμβιβασμούς και της ζήτησαν να υπολογίσει τις οφειλόμενες δόσεις του δανείου τους με βάση την αξία που είχε το φράγκο έναντι του ευρώ κατά την ημέρα της εκταμίευσης (2006). Τότε είδαν το άλλο πρόσωπο της Τράπεζας και έλαβαν μία αρνητικότατη απάντηση. Η Τράπεζα επικαλέστηκε πως γνώριζαν πολύ καλά τι είχαν υπογράψει , και μάλιστα τους επέπληξε με υποτιμητικό ύφος, γιατί επιχειρηματίες που ήταν στο επάγγελμα, γνώριζαν πολύ καλά από συμβάσεις , τους όρους τους , και συνεπώς τις υποχρεώσεις τους.

Και σαν να μην έφθανε αυτό για να τους διευκολύνει!!! ακόμη περισσότερο ώστε να μην έχουν αμφιβολίες για τον τρόπο που θα εξελίσσονταν οι μεταξύ τους σχέσεις, έκανε υπολογισμό όλου του άληκτου κεφαλαίου σε δόσεις κατά την τρέχουσα τιμή του φράγκου και τους επέστησε την προσοχή ότι σε περίπτωση που θα προχωρούσαν  στην καταγγελία της συμβάσεως θα ενεργοποιούνταν ο «τάδε» όρος της σύμβασης και θα όφειλαν, ως εκπρόθεσμοι δανειολήπτες, την εκπλήρωση των ληξιπροθέσμων οφειλών τους εφ άπαξ και με την αξία που θα είχε το φράγκο κατά την στιγμή της καταγγελίας της σύμβασης.»

Στραγγαλισμός!!! Απογοήτευση, έναρξη και κορύφωση της τραγωδίας των δανειοληπτών της υπόθεσης όπως και χιλιάδων άλλων. Είναι η στιγμή που διαπιστώνουν οι οφειλέτες την καλοστημένη παγίδα στην οποία είχαν ήδη πέσει.

                                             Τι  κάνουν συνήθως οι δανειολήπτες στις περιπτώσεις αυτές?

  • Μετά το πρώτο σοκαριστικό πάγωμα, αρχίζουν τις ατέρμονες διαπραγματεύσεις με τις Τράπεζες , όπου η μία μερική ή ολική καθυστέρηση δόσης ακολουθεί την άλλη, η δε θηλιά στο λαιμό τους ολοένα και σφίγγει.
  • Η Τράπεζα διαβεβαιώνει, τώρα πια με σνομπισμό απύθμενο, προς το δανειολήπτη ,  τον οποίο πλέον αντιμετωπίζει ως φουκαρά, ως φτωχό συγγενή ,  ότι μπορεί να δίνει κάποιο ποσό έναντι της οφειλής του για να φαίνεται ότι εξυπηρετείται το δάνειο. Αυτό συνήθως γίνεται προφορικά γιατί κανένας υπάλληλος της δανειοδότριας δεν θέλει να την δεσμεύσει έγγραφα.
  • Συνήθως το τμήμα εκτελέσεων της δανειοδότριας δεν ενημερώνεται για τον διακανονισμό αυτό , που δεν αποδεικνύεται με κάποιο έγκυρο αποδεικτικό μέσο και έτσι κάποια στιγμή , που θα διαλέξει ο δανειστής , θα κοινοποιηθεί διαταγή πληρωμής για πλήρη είσπραξή του ληξιπροθέσμου δανείου, θα γραφτεί με αυτή υποθήκη στην ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, και μάλιστα χωρίς καμία περαιτέρω και προηγούμενη ενημέρωση , θα αρχίσουν οι πλειστηριασμοί και γενικά μία διαδικασία που θα εξανεμίσει κάθε οικονομικό πόρο και ικμάδα ζωής του δανειολήπτη.

Οι δανειοδότες στηρίζονται σε αυτή την τακτική. Και μάλιστα εκ των προτέρων διαβεβαιώνουν τον δυστυχή δανειολήπτη ότι δεν έχει άλλη διέξοδο. Ποιος θα πάει σε δικηγόρο υπ’ αυτές τις οικονομικές και ψυχολογικές συνθήκες?

Η επιλογή της δικαστικής οδού σημαίνει έξοδα που ο δανειολήπτης δεν έχει να πληρώσει και συνήθως σκέφτεται και  με την παρότρυνση  της Τράπεζας , που δήθεν φιλικά τον συμβουλεύει,  γιατί να τα δώσει σε δικηγόρους και να χάσει στο τέλος την δίκη και να μην τα δώσει στην Τράπεζα να ελαφρύνει κάπως το χρέος?

 Βέβαια δεν του φανερώνουν ότι με τον τρόπο αυτό το χρέος του δεν θα ελαφρυνθεί ποτέ και όποιο ποσό έδωσε ή θα δώσει «εξατμίζεται» μετά τους τόκους και την ανακεφαλαιοποίηση των τόκων.

Όλα αυτά σκληρά μεν αλλά σύμφωνα με τους νόμους και τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε ένας διαπραγματευτής , στο επάγγελμα , να κρίνει την διαπραγμάτευση για την σύναψη του δανείου το 2006 –αρχή των δεινών της υπόθεσης , ως κακή , να απαριθμήσει όλους εκείνους τους κανόνες των διαπραγματεύσεων που δεν τηρήθηκαν , κατά την σύναψη της σύμβασης και που αν τους τηρούσαν , δανειοδότης και δανειολήπτες θα έφθαναν σε ένα καλό αποτέλεσμα και θα είχαν μια αποτελεσματικά λειτουργούσα σύμβαση.

 Δεν μπορούμε στο σημείο αυτό να γνωρίζουμε τι θα αποφάσιζαν οι δανειολήπτες της υπόθεσης αν είχαν ενημερωθεί για τον κίνδυνο από την ανατροπή της συναλλαγματικής ισορροπίας ευρώ –ελβετικού φράγκου, υπέρ του δευτέρου. Πολύ πιθανόν να διακινδύνευαν και πάλι την ίδια απόφαση και να είχαν πάλι την ίδια κατάληξη, από την στιγμή που υπάρχουν οι προδιατυπωμένοι όροι των δανειακών τραπεζικών συμβάσεων που εκφεύγουν του κύκλου των διαπραγματεύσεων των μερών.

  • Στην περίπτωση, που προαναφέρθηκε, οι δανειολήπτες προσέφυγαν στην Δικαιοσύνη, αγνοώντας τις «φιλικές προτροπές» των δανειοδοτών και τις «φωνούλες της πραγματικότητας».
  • Αποτέλεσμα της προσφυγής τους, ήταν η έκδοση απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που τους δικαίωσε.

Έκρινε το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπ’ όψη τόσο τις ενσωματωμένες στο ελληνικό δίκαιο οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και τις σαφείς διατάξεις του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, που σχηματίζουν μια ισχυρή ασπίδα προστασίας των συμβαλλομένων διαδίκων, αλλά και την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρώπης ότι οι δόσεις εξόφλησης του δανείου θα καταβάλλονται με την ισοτιμία που υπήρχε μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου κατά τον χρόνο της εκταμίευσης του δανείου (2006) ,  δηλαδή με την επιθυμητή και γνωστή στους δανειολήπτες χαμηλή δόση και όχι όπως είναι διαμορφωμένη σήμερα (με την ενίσχυση του ελβετικού φράγκου).

  • Οι δανειολήπτες κέρδισαν , με την έννοια ότι οι δόσεις τους είναι διαμορφωμένες, όπως είχαν σχηματισθεί όταν ξεκίνησαν την δανειοδότηση.
  • Η δανειοδότρια Τράπεζα δεν έχασε, γιατί θα παίρνει τις δόσεις του δανείου, όπως ήταν διαμορφωμένο «όταν «αγόρασε» τα χρήματα του δανείου (σε ελβετικό φράγκο) και τα μετέτρεψε σε ευρώ (2006).

 

Όμως κάτι χάθηκε. Αυτό είναι η ευκαιρία κέρδους της Τράπεζας από την εντωμεταξύ αύξηση της αξίας του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ. Αυτό όμως ήταν πάντα ο δικός της κίνδυνος.

  • Το Δικαστήριο δίκαια έκρινε ότι δεν μπορούσε να μετακυλήσει η Τράπεζα αυτόν τον κίνδυνο στον ανίδεο δανειολήπτη.
  • Η απόφαση έκρινε δίκαια και ορθά.

Συχνά όμως, αν όχι πάντα, οι ασχολούμενοι με ΧΡΗΜΑΤΑ, είναι άπληστοι και πιστεύουν ακράδαντα ότι, το υποτιθέμενο κέρδος, το κατέχουν ήδη στα χέρια τους  και ότι το έχασαν (π.χ με μία εις βάρος τους δικαστική απόφαση).  Αγωνίζονται έτσι για να το αποκτήσουν.  Δεν γνωρίζουμε αν κατά της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση από την Τράπεζα, θα παρακολουθούμε την εξέλιξη της υπόθεσης με ενδιαφέρον.

Ένα είναι σίγουρο ,  ότι κανένας προδιατυπωμένος όρος σύμβασης από τους γενικούς όρους των συναλλαγών - (Ψιλά Γράμματα Συμβάσεων ) - δεν εκφεύγει από την Δικαιοσύνη, αν κάποιος αποφασίσει να απευθυνθεί σε αυτήν, το δε πλέγμα των Ελληνικών Νόμων και ειδικά του Αστικού Κώδικα.

Είναι τόσο πυκνό και ισχυρό που αξίζει να το εμπιστευτεί ο καθένας που διαβιώνει και έχει συμφέροντα σε αυτή την σκληρά δοκιμαζόμενη σήμερα χώρα μας .

 

Με εκτίμηση 

Μαρία Ροκάνη Δικηγορος